You can, you should, and if you’re brave enough to start, you will

Stephen King

Μια φιλική κουβέντα με την Μαρία Γούσιου

Ελπίζω πως η συζήτηση μου με την Μαρία Γούσιου θα σε εμπνεύσει να κυνηγήσεις τα δικά σου όνειρα!! Είτε αυτά είναι η συγγραφή ενός βιβλίου είτε οτιδήποτε άλλο…

Γιατί απλά, όταν θέλεις να κάνεις ένα όνειρό σου πραγματικότητα τότε κοίτα γύρω σου. Οι άνθρωποι και η γνώση είναι στην διάθεσή σου για να σε βοηθήσουν, να σε καθοδηγήσουν, αλλά και να σταθούν πλάι σου, ώστε να επιτευχθεί αυτό που ακριβώς επιθυμείς.


Παρουσίαση "Κάτι Λείπει..."

Η παρουσίαση του «Κάτι Λείπει…» στις σπηλιές του «Πολιτιστικού Κέντρου Σκαλί» στην Αγλαντζιά στις 23 Μαΐου 2017.


Δελτίο Τύπου: Κάτι Λείπει…

Κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Κιτή

Κάτι Λείπει… Για αυτό αγωνιζόμαστε όλοι. Για να αποκτήσουμε ότι δεν έχουμε. Κάποιοι αυτό το λένε απληστία ενώ κάποιοι άλλοι το ονομάζουν πρόοδο. Ίσως να είναι και τα δύο.

Το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Γιώργου Κιτή με τον αινιγματικό τίτλο «Κάτι Λείπει…» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις I Write στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο ανατροπές, σμιλεμένους χαρακτήρες και ακραία συναισθήματα.

Ένας φιλόδοξος φωτογράφος, ένας ανασφαλής αλλά αγωνιστής δημοσιογράφος, μια έφηβη ναρκομανής και ένα αινιγματικό μοντέλο δίνουν την δική του μάχη, για δόξα, επιβεβαίωση, ασφάλεια, ή απλά για μια μητέρα… για ότι τους λείπει… Όλα αυτά τους οδηγούν σε ένα αγώνα που κάποιους θα τους οδηγήσει στον στόχο τους και κάποιους στην «κόλαση».

Όπως μας δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας: «Όλα άρχισαν από μια φωτογραφία στο facebook, η οποία απεικόνιζε μία μεγάλη μαρμάρινη κολώνα στην οποία κάποιος έγραψε με μαύρο σπρέι: «Κάτι Λείπει». Αυτό ήταν το έναυσμα μου για να γράψω τις πρώτες λέξεις. Τα υπόλοιπα ακολούθησαν…»

Ο συγγραφέας κατάφερε χωρίς υπερβολές να γράψει ένα μυθιστόρημα το οποίο θα καθηλώσει τον αναγνώστη. Ένα βιβλίο το οποίο μας καλεί, αλλά κυρίως μας προκαλεί να αναλογιστούμε τις θυσίες που απαιτεί η επιτυχία αλλά και η ευτυχία.


Και ξαφνικά υπάρχω!!

Σαράντα χρόνια έφηβος…σαράντα χρόνια φρόνιμος, ωραίος και ιππότης… που λέει και το τραγούδι. Σχεδόν σαράντα δηλαδή γιατί λίγα χρόνια πριν τα πατήσω εισακούστηκαν οι ευχές και οι προσευχές της μάνας, ευθυγραμμίστηκαν οι πλανήτες και αποφάσισα να μπω στο κοσμηματοπωλείο για να αγοράσω το περιβόητο δακτυλίδι αρραβώνων. Το δακτυλίδι που για κάθε άντρα αποτελεί το τέλος μιας εποχής και αρχή μια άλλης. Δεν θα σταθώ στην εμπειρία της αγοράς ενός δακτυλιδιού την οποία ξεπέταξα με συνοπτικές διαδικασίες. Θα σταθώ όμως στην διαδικασία της πρότασης γάμου, όχι για να σας την περιγράψω αφού πάντα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή αποτελεί προσωπική στιγμή του ζευγαριού. Θα σταθώ όμως στην αδικία που επιφέρει η πρόταση γάμου για το γυναικείο φύλο… γιατί πραγματικά δεν ξέρω για ποιον από τους δύο μας ήταν πιο δύσκολη η απόφαση. Για εμένα ή για αυτήν; Γιατί παρόλο που για κάθε κορίτσι το να φορέσει νυφικό αποτελεί όνειρο ζωής το οποίο αρχίζει από τα πρώτες στιγμές της ζωής της μέσα από τα παιδικά παραμύθια με τις πριγκίπισσες που της διαβάζουν, καλείται μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι σε μια πρόταση που θα καθορίσει την ζωή της για πάντα. Χρόνο για να σκεφτεί δεν δικαιούται. Ίσως οι κοινωνικές νόρμες να έπρεπε να τις δίνουν λίγο χρόνο… δεν το κάνουν όμως. «Μπορώ να σου απαντήσω αύριο; ή σε μια εβδομάδα;» Δυστυχώς για τα απανταχού κορίτσια αυτή η απάντηση δεν είναι επιλογή, αφού αντίθετα αποτελεί την τέλεια υπεκφυγή και συνεπάγεται ένα μεγάλο όχι στα αυτιά του υποψήφιου γαμπρού. Για εμένα δε τα πράγματα ήταν διαφορετικά, είχα μπόλικο χρόνο να σκεφτώ και να πάρω την μεγάλη απόφαση. Άλλωστε κανείς δεν με πίεζε, κανείς δεν στεκόταν μπροστά μου ανάμεσα σε κεριά και λουλούδια, με την ρομαντική μουσική να παίζει στο βάθος κρατώντας ένα δακτυλίδι και να περιμένει απάντηση αν θα μου το βάλει στο χέρι ή όχι. Εγώ είχα μπόλικο χρόνο να σκεφτώ και να κατανοήσω ότι τελικά «No man is an island». Ότι τελικά κάποια στιγμή έρχεται στην ζωή σου αυτή, η μία και μοναδική, που σου αποδεικνύει χωρίς καν να το επιδιώξει ότι αξίζει να μοιραστείς την ζωή σου μαζί της και να ανοίξεις το λιμάνι σου μόνο για αυτήν.

Και αφού ακούσεις το πολυπόθητο και μάλλον αναμενόμενο «ναι» αρχίζει η ζωή του αρραβωνιασμένου ζευγαριού στην οποία θεωρητικά τίποτα δεν αλλάζει σε σχέση με πριν. Μόνο θεωρητικά, γιατί κάτι αλλάζει στην ψυχοσύνθεση των συγγενών και των φίλων. Όχι των single, αλλά όλων των άλλων. Αυτών των συγγενών που ξαφνικά αποφάσισαν ότι έχεις και εσύ μια θέση στα οικογενειακά τραπέζια και στις συναθροίσεις την φαμίλιας. Των φίλων αυτών που από την μια μέρα στην άλλη αποφάσισαν ότι δικαιούσαι και εσύ μια πρόσκληση σε κάποιο πάρτι ζευγαριών. Και εκεί που στην εργένικη σου ζωή είχες 2-3 φίλους για να τα πίνεις σε κάποιο μπαρ κάθε Σαββατόβραδο ξαφνικά δεν έχεις χρόνο ούτε για να τους πάρεις ένα τηλέφωνο να δεις τι κάνουν. Γιατί τελικά κουλούρα στο κεφάλι δεν σημαίνει μόνο να μοιράζεσαι τα πάντα με το έτερον ήμισυ αλλά σημαίνει επίσης ότι ξαφνικά υπάρχεις και για όλους τους άλλους.


Λίγη φυσική + λίγα μαθηματικά +……………… = Πετυχημένο Marketing

Σε κάποιους οργανισμούς είναι συνηθισμένη τακτική να σταματούν οι ενέργειες προώθησης όταν ένα brand καταγράφει ανοδική πορεία. Για ένα μαθηματικό μυαλό αυτή είναι η σωστή τακτική αφού η αύξηση πωλήσεων η όποια συνδυάζεται με την μείωση του κόστους marketing συνεπάγεται αυξημένο κέρδος. Για ένα μυαλό όμως που σκέφτεται με βάση τους νόμους της φυσικής τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Αυτό το άτομο γνωρίζει ότι μια σφαίρα η οποία εκσφενδονίζεται από ένα όπλο κάποια στιγμή θα σταματήσει την πορεία της και θα πέσει στο έδαφος, αν προηγουμένως δεν σταματήσει σε κάποιο εμπόδιο.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα brands. Αν αφεθούν στην οποιαδήποτε θετική πορεία μπορεί να έχουν, αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα αποκτήσουν πτωτική τάση. Αν αυτό δεν συμβεί βραχυπρόθεσμα θα συμβεί μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου οι οργανισμοί οφείλουν να προστατεύουν και να ενισχύουν τα brands τους ακόμα και όταν αυτά σημειώνουν θετική πορεία. Άλλωστε όσα brands τολμήσουν να αγνοήσουν τους νόμους της φυσικής και συνεχίσουν την πορεία τους χωρίς οποιαδήποτε ενίσχυση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν την στιγμή που θα βρεθούν μπροστά από τον ανταγωνισμό. Ειδικά αν αυτός βρεθεί στον δρόμο τους όταν αυτά θα αρχίσουν να χάνουν την ορμή τους.

Τα μαθηματικά μυαλά δικαίως θα υποστηρίξουν ότι στην περίπτωση όπου ένα brand έχει θετική πορεία δικαιολογείται η μείωση της επένδυσης του marketing. Αυτό προφανώς είναι λογικό, ειδικά αν η αγορά δεν επιτρέπει περεταίρω αύξηση μεριδίου αγοράς και αν ο ανταγωνισμός δεν μοιάζει απειλητικός. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να μελετηθούν τα δύο αυτά στοιχεία και να αποφασιστεί αν η επιπρόσθετη επένδυση συνεπάγεται περεταίρω αύξηση πωλήσεων και μεριδίου αγοράς ή όχι.

Σε κάθε περίπτωση ο marketer οφείλει να μελετήσει όλα τα δεδομένα που έχει μπροστά του, μεταξύ των οποίων και η αγορά, ο ανταγωνισμός, οι καταναλωτές και το brand του και να αποφασίσει ποια θα είναι τα συστατικά της επιτυχίας τους δικού του brand. Το σίγουρο είναι ότι λίγη φυσική και λίγά μαθηματικά είναι απαραίτητα.


Το είπε ο Θεός

Οι ηλιαχτίδες που έμπαιναν από τα παραθυρόφυλλα ανάγκασαν τον Μιχάλη να ανοίξει τα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, η ώρα είχε ήδη πάει έντεκα. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από το κρεβάτι και έφτιαξε ένα μαύρο καφέ. Ήταν ότι χρειαζόταν μετά την κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Κάθισε στον σκισμένο μπεζ δερμάτινο καναπέ και έβαλε τα πόδια του πάνω σε ένα χάρτινο κασόνι. Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεπακετάρει, δύο μήνες είχε που μετακόμισε σε αυτό το διαμέρισμα, και ακόμα τα κιβώτια ήταν τα μόνα στολίδια στο σαλόνι του... όχι όμως σήμερα, όχι την Κυριακή. «Οι Κυριακές είναι για ξεκούραση, το είπε ο Θεός» του έλεγε συχνά ο παππούς του.

Κοίταξε το δεξιό του μπράτσο, πήρε το κινητό του τηλέφωνο και το έβγαλε μία φωτογραφία. Κάπου ανάμεσα σε μία πυξίδα και μια αφηρημένη ζωγραφιά ήταν το καινούργιο του τατουάζ. Απεικόνιζε δύο μεγάλα μαύρα ζάρια, το ένα δίπλα από το άλλο. Ήταν λες και ο καλλιτέχνης τα ζωγράφισε με κάρβουνο σε λευκό χαρτί, χοντροκομμένες γραμμές χωρίς προσοχή στις λεπτομέρειες. Το ένα είχε τρεις έντονες μαύρες κουκκίδες, το άλλο είχε τέσσερις. Έβαλε τη φωτογραφία στο προφίλ του στο facebook και άφησε το κινητό του. Άνοιξε ένα από τα κιβώτια που ήταν σκορπισμένα στο σαλόνι και πήρε ένα άλμπουμ από μέσα. Άρχισε να το χαζεύει. Κοίταζε τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες που τον άφηναν αδιάφορο, μέχρι που έφτασε στις τελευταίες σελίδες. Εκεί είχε όλες τις αγαπημένες του φωτογραφίες, όσες δηλαδή ήταν με τον παππού του. Ο Μιχάλης τον λάτρευε τον παππού του. Δεν μιλούσαν πολύ, δεν συζητούσαν καθημερινά όμως ήταν πάντα δίπλα του όταν τον χρειαζόταν. Όταν οι βαθμοί στο σχολείο δεν ήταν καλοί, όταν χρειαζόταν λίγο χαρτζιλίκι ακόμα ή όταν τον κατσάδιαζαν οι γονείς του. Ξαφνικά σταμάτησε σε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Έδειχνε τον παππού πάνω σε ένα παλιό μπλε μοτοποδήλατο που στην εποχή του ήταν πολύ must. Στεκόταν περήφανος δίπλα από το μηχανάκι, ήταν νέος ακόμα, παλικάρι με μαύρο χοντρό μουστάκι. Ο Μιχάλης χάζεψε για λίγο την φωτογραφία και έκλεισε το άλμπουμ.

Πήρε και πάλι το κινητό στα χέρια του. Τριάντα τέσσερα likes και δυο σχόλια. Τα μάτια του έπεσαν στο δεύτερο, ήταν από την Στέλλα, μια γκόμενα παλιά, που ο Μιχάλης δεν κατάλαβε ποτέ γιατί τον άφησε.

«Γιατί τέσσερα και τρία;» τον ρωτούσε.

Ο Μιχάλης έκλεισε για λίγο τα μάτια, το μυαλό του ταξίδευσε δέκα χρόνια πίσω, ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων.

Άκουσε το αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από το πατρικό του σπίτι. Δεν χρειαζόταν να δει ποιοι ήταν μέσα. Κάθε Κυριακή το ίδιο σκηνικό.

Τα ξαδέρφια του εισέβαλαν στο δωμάτιο του. Ο Γιώργος ήταν δώδεκα χρόνων αλλά φαινόταν τουλάχιστον τρία χρόνια μεγαλύτερος. Η Μαρία ήταν δεκατριών, είχε κατάξανθα μαλλιά και λεπτά πόδια σαν καλάμια. Ο ένας πήδηξε στο κρεβάτι του που αναστέναξε όταν ο απρόσκλητος επισκέπτης προσγειώθηκε πάνω του, και η άλλη κάθισε στον Ηλεκτρονικό του Υπολογιστή. Ο Μιχάλης βγήκε από το δωμάτιο. Δεν ήθελε να κάτσει μαζί τους, ο Γιώργος μιλούσε ασταμάτητα και η Μαρία θα του έκανε ένα σωρό αδιάκριτες ερωτήσεις που δεν ήθελε να απαντήσει, το ήξερε το σκηνικό. Οι μεγάλοι κάθονταν στο τραπέζι. Προχώρησε νωχελικά προς το μέρος τους και κάθισε μαζί τους.

Η θεία του η Ανδρονίκη που όπως πάντα φορούσε ένα φόρεμα με πολλά λουλούδια γύρισε πάνω του, σήκωσε τα τεράστια χέρια της και του ζούληξε το πρόσωπο.

«Μεγάλωσες» του είπε, κάθε Κυριακή το ίδιο του έλεγε. Ο θείος του ο Κώστας δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ, μόνο έπινε, «άλλη μια μπύρα» έλεγε συνεχώς. Ο Μιχάλης ήταν σίγουρος ότι αυτές ήταν οι μοναδικές λέξεις που γνώριζε. Η θεία άλλωστε φρόντιζε να αναπληρώνει την σιωπή του και με το παραπάνω. Σε λίγο ήρθαν και τα ξαδέρφια του. Η μητέρα του σέρβιρε το φαγητό, είχε φαγητό για να φάει όλη η γειτονιά. Φαγητά που δεν είχαν καμιά συνοχή μεταξύ τους. Τα μακαρόνια δίπλα από τα ψάρια και τα κρεατικά δίπλα από τα σαλατικά έσμιγαν τις μυρωδιές τους που όσο και αν το πάλευαν δεν ταίριαζαν μεταξύ τους. Ο Μιχάλης έβαλε λίγο φαγητό στο πιάτο του, η μητέρα του, του πρόσθεσε και άλλο. Το έφαγε αδιαμαρτύρητα. Η θεία κουτσομπόλευε κάποιους συγγενείς που δεν ήταν εκεί. Έλεγε για την ξαδέρφη της την Άννα που παντρεύτηκε τον Άντρο, τον γιο του εργολάβου, γιατί ήταν πλούσιος και θα της έκτιζε ένα τεράστιο σπίτι. Τα ξαδέρφια του τσακώνονταν μεταξύ τους, ο πατέρας του μιλούσε στο θείο για την δουλεία του.

«Με εκμεταλλεύονται εκεί που δουλεύω, μόλις βρω κάτι καλύτερο θα φύγω» του είπε.

«Άλλη μια μπύρα» απαντούσε αυτός.

Οι λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους μπλέκονταν όλες μαζί δημιουργώντας ένα ψηφιδωτό με ακατανόητο σχέδιο, σαν αφηρημένη τέχνη. Οι ήχοι ήταν δυνατοί, πιο δυνατοί από ότι χρειαζόταν, μα αδύναμοι να μιλήσουν στον Μιχάλη. Κοίταξε τον παππού του που τόση ώρα καθόταν σιωπηλός σε μια γωνιά και τώρα σηκώθηκε να φύγει από το τραπέζι. Πήρε το μπαστούνι του, έβαλε ένα μαύρο πλεκτό τρικό με μεγάλα μαύρα κουμπιά και προχώρησε προς τον κήπο.

Έπειτα από λίγο σηκώθηκε και ο Μιχάλης από την καρέκλα σχεδόν αθόρυβα, κανείς δεν του έδωσε σημασία. Βγήκε και αυτός έξω στον κήπο, ήθελε να πάρει καθαρό αέρα. Κάτι άκουσε, κοίταξε πίσω του. Ανάμεσα στις λεμονιές είδε μια φιγούρα. Ο Μιχάλης προχώρησε προς αυτή, ήταν ο παππούς του.

«Σου αρέσει εδώ;» τον ρώτησε ο παππούς.

«Είναι ήσυχα».

«Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι τάβλι;».

Ο Μιχάλης χαμογέλασε, ο παππούς του μπορούσε να ζήσει χωρίς φαί, μπορούσε να ζήσει χωρίς νερό, δεν μπορούσε χωρίς το τάβλι του.

Άνοιξαν το τάβλι, έστησαν τις πέτρες και άρχισαν να παίζουν. Δεν μιλούσαν, μόνο κοίταζαν ο ένας τον άλλο με νόημα όταν τα ζάρια αποφάσιζαν να φέρουν διπλές.

Ξεχάστηκαν, η ώρα πέρασε. Ο θείος που δεν μιλούσε βρήκε για λίγο την λαλιά του.

«Έλα, φεύγουμε» είπε στον παππού.

«Μια τελευταία ζαριά, μια διπλή και κερδίζω το παιχνίδι» του είπε. Ανακάτεψε τα ζάρια για μερικά δευτερόλεπτα και τα έριξε. Αυτά αναπήδησαν μερικές φορές. Τέσσερα τρία.

«Κέρδισες, μακάρι να κερδίζεις πάντα» είπε στον Μιχάλη χαμογελώντας.

Ο παππούς έφυγε μαζί με τον θείο. Ο Μιχάλης ήταν χαρούμενος που πέρασε λίγη ώρα με τον παππού του. Θα ήθελε περισσότερη αλλά δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να περιμένει μέχρι την επόμενη Κυριακή που θα ερχόταν μαζί με τον θείο, την θεία και τα ξαδέρφια.

Το βράδυ η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο του, τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της.

«Πέθανε ο παππούς» του είπε.

O Μιχάλης δεν μίλησε. Μόνο σηκώθηκε και προχώρησε προς την μάνα του, την αγκάλιασε σφικτά. Προσπάθησε να μην κλάψει μπροστά της, ήθελε να φανεί δυνατός, να την στηρίξει. Δεν τα κατάφερε, τα δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. Άφησε την μάνα του και βγήκε έξω, το κρύο ήταν ανυπόφορο. Δεν τον ένοιαζε. Κάθισε εκεί για λίγη ώρα ακόμα, κάτω από τις λεμονιές. Ο παππούς έλειπε, άνοιξε το τάβλι. Έριξε τα ζάρια. Τέσσερα τρία.

Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε το σχόλιο στο facebook.

«Είναι η ζαριά του νικητή» απάντησε στην Στέλλα.


Κάτι Λείπει

Το πρώτο μου βιβλίο

Η ώρα ήταν αργά το βράδυ, η ημερομηνία 10 Αυγούστου 2014, η υγρασία αφόρητη. Καθόμουν βουβός στο μπαλκόνι του διαμερίσματος μου και χάζευα την οθόνη του υπολογιστή μου, δίπλα μου ένα ποτήρι με ουίσκι. Μπροστά μου ανοικτό το Facebook, παράθυρο στο κουτσομπολιό ή στις ψυχές των ανθρώπων. Για μένα, μια προσωρινή ασχολία για να περάσει η ώρα σε μια σχεδόν έρημη Λευκωσία. Ίσως και η μοναδική παρέα σε μια μοναχική νύχτα. Στο facebook τίποτα σπουδαίο, μονάχα φωτογραφίες από τις διακοπές των άλλων, όχι τις δικές μου. Όμορφα κορμιά και ωραία χαμόγελα, ευτυχισμένες στιγμές σε ένα εικονικό κόσμο.

«Μακάρι να είναι έτσι και στην πραγματικότητα» σκέφτηκα.

Συνέχισα να χαζεύω το Facebook σχεδόν αδιάφορα αλλά μια φωτογραφία με έπεισε να την παρατηρήσω καλύτερα. Δεν έδειχνε κάτι σπουδαίο παρά μόνο μια τεράστια μαρμάρινη κολώνα. Στην βάση της κάποιος έγραψε με μαύρο σπρέι: «Κάτι Λείπει». Στον τοίχο δίπλα από την κολώνα μια αφηρημένη χρωματιστή ζωγραφιά που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

«Πάντα κάτι θα λείπει» σκέφτηκα. «Όχι αν αποφασίσουμε να το αποκτήσουμε» συμπλήρωσα την σκέψη μου.

Άφησα το facebook και άρχισα να γράφω. Χωρίς να σκέφτομαι, απλά έγραφα την μία λέξη μετά την άλλη. Οι λέξεις έγιναν προτάσεις και οι προτάσεις σελίδες ολάκερες και οι σελίδες βιβλίο.

Δύο χρόνια μετά ένα βιβλίο γράφτηκε, ένα όνειρο εκπληρώθηκε και όλα αυτά επειδή κάτι λείπει…