Το είπε ο Θεός

Γιώργος Κιτής
2016-12-03

Οι ηλιαχτίδες που έμπαιναν από τα παραθυρόφυλλα ανάγκασαν τον Μιχάλη να ανοίξει τα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, η ώρα είχε ήδη πάει έντεκα. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από το κρεβάτι και έφτιαξε ένα μαύρο καφέ. Ήταν ότι χρειαζόταν μετά την κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Κάθισε στον σκισμένο μπεζ δερμάτινο καναπέ και έβαλε τα πόδια του πάνω σε ένα χάρτινο κασόνι. Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεπακετάρει, δύο μήνες είχε που μετακόμισε σε αυτό το διαμέρισμα, και ακόμα τα κιβώτια ήταν τα μόνα στολίδια στο σαλόνι του... όχι όμως σήμερα, όχι την Κυριακή. «Οι Κυριακές είναι για ξεκούραση, το είπε ο Θεός» του έλεγε συχνά ο παππούς του.

Κοίταξε το δεξιό του μπράτσο, πήρε το κινητό του τηλέφωνο και το έβγαλε μία φωτογραφία. Κάπου ανάμεσα σε μία πυξίδα και μια αφηρημένη ζωγραφιά ήταν το καινούργιο του τατουάζ. Απεικόνιζε δύο μεγάλα μαύρα ζάρια, το ένα δίπλα από το άλλο. Ήταν λες και ο καλλιτέχνης τα ζωγράφισε με κάρβουνο σε λευκό χαρτί, χοντροκομμένες γραμμές χωρίς προσοχή στις λεπτομέρειες. Το ένα είχε τρεις έντονες μαύρες κουκκίδες, το άλλο είχε τέσσερις. Έβαλε τη φωτογραφία στο προφίλ του στο facebook και άφησε το κινητό του. Άνοιξε ένα από τα κιβώτια που ήταν σκορπισμένα στο σαλόνι και πήρε ένα άλμπουμ από μέσα. Άρχισε να το χαζεύει. Κοίταζε τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες που τον άφηναν αδιάφορο, μέχρι που έφτασε στις τελευταίες σελίδες. Εκεί είχε όλες τις αγαπημένες του φωτογραφίες, όσες δηλαδή ήταν με τον παππού του. Ο Μιχάλης τον λάτρευε τον παππού του. Δεν μιλούσαν πολύ, δεν συζητούσαν καθημερινά όμως ήταν πάντα δίπλα του όταν τον χρειαζόταν. Όταν οι βαθμοί στο σχολείο δεν ήταν καλοί, όταν χρειαζόταν λίγο χαρτζιλίκι ακόμα ή όταν τον κατσάδιαζαν οι γονείς του. Ξαφνικά σταμάτησε σε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Έδειχνε τον παππού πάνω σε ένα παλιό μπλε μοτοποδήλατο που στην εποχή του ήταν πολύ must. Στεκόταν περήφανος δίπλα από το μηχανάκι, ήταν νέος ακόμα, παλικάρι με μαύρο χοντρό μουστάκι. Ο Μιχάλης χάζεψε για λίγο την φωτογραφία και έκλεισε το άλμπουμ.

Πήρε και πάλι το κινητό στα χέρια του. Τριάντα τέσσερα likes και δυο σχόλια. Τα μάτια του έπεσαν στο δεύτερο, ήταν από την Στέλλα, μια γκόμενα παλιά, που ο Μιχάλης δεν κατάλαβε ποτέ γιατί τον άφησε.

«Γιατί τέσσερα και τρία;» τον ρωτούσε.

Ο Μιχάλης έκλεισε για λίγο τα μάτια, το μυαλό του ταξίδευσε δέκα χρόνια πίσω, ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων.

Άκουσε το αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από το πατρικό του σπίτι. Δεν χρειαζόταν να δει ποιοι ήταν μέσα. Κάθε Κυριακή το ίδιο σκηνικό.

Τα ξαδέρφια του εισέβαλαν στο δωμάτιο του. Ο Γιώργος ήταν δώδεκα χρόνων αλλά φαινόταν τουλάχιστον τρία χρόνια μεγαλύτερος. Η Μαρία ήταν δεκατριών, είχε κατάξανθα μαλλιά και λεπτά πόδια σαν καλάμια. Ο ένας πήδηξε στο κρεβάτι του που αναστέναξε όταν ο απρόσκλητος επισκέπτης προσγειώθηκε πάνω του, και η άλλη κάθισε στον Ηλεκτρονικό του Υπολογιστή. Ο Μιχάλης βγήκε από το δωμάτιο. Δεν ήθελε να κάτσει μαζί τους, ο Γιώργος μιλούσε ασταμάτητα και η Μαρία θα του έκανε ένα σωρό αδιάκριτες ερωτήσεις που δεν ήθελε να απαντήσει, το ήξερε το σκηνικό. Οι μεγάλοι κάθονταν στο τραπέζι. Προχώρησε νωχελικά προς το μέρος τους και κάθισε μαζί τους.

Η θεία του η Ανδρονίκη που όπως πάντα φορούσε ένα φόρεμα με πολλά λουλούδια γύρισε πάνω του, σήκωσε τα τεράστια χέρια της και του ζούληξε το πρόσωπο.

«Μεγάλωσες» του είπε, κάθε Κυριακή το ίδιο του έλεγε. Ο θείος του ο Κώστας δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ, μόνο έπινε, «άλλη μια μπύρα» έλεγε συνεχώς. Ο Μιχάλης ήταν σίγουρος ότι αυτές ήταν οι μοναδικές λέξεις που γνώριζε. Η θεία άλλωστε φρόντιζε να αναπληρώνει την σιωπή του και με το παραπάνω. Σε λίγο ήρθαν και τα ξαδέρφια του. Η μητέρα του σέρβιρε το φαγητό, είχε φαγητό για να φάει όλη η γειτονιά. Φαγητά που δεν είχαν καμιά συνοχή μεταξύ τους. Τα μακαρόνια δίπλα από τα ψάρια και τα κρεατικά δίπλα από τα σαλατικά έσμιγαν τις μυρωδιές τους που όσο και αν το πάλευαν δεν ταίριαζαν μεταξύ τους. Ο Μιχάλης έβαλε λίγο φαγητό στο πιάτο του, η μητέρα του, του πρόσθεσε και άλλο. Το έφαγε αδιαμαρτύρητα. Η θεία κουτσομπόλευε κάποιους συγγενείς που δεν ήταν εκεί. Έλεγε για την ξαδέρφη της την Άννα που παντρεύτηκε τον Άντρο, τον γιο του εργολάβου, γιατί ήταν πλούσιος και θα της έκτιζε ένα τεράστιο σπίτι. Τα ξαδέρφια του τσακώνονταν μεταξύ τους, ο πατέρας του μιλούσε στο θείο για την δουλεία του.

«Με εκμεταλλεύονται εκεί που δουλεύω, μόλις βρω κάτι καλύτερο θα φύγω» του είπε.

«Άλλη μια μπύρα» απαντούσε αυτός.

Οι λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους μπλέκονταν όλες μαζί δημιουργώντας ένα ψηφιδωτό με ακατανόητο σχέδιο, σαν αφηρημένη τέχνη. Οι ήχοι ήταν δυνατοί, πιο δυνατοί από ότι χρειαζόταν, μα αδύναμοι να μιλήσουν στον Μιχάλη. Κοίταξε τον παππού του που τόση ώρα καθόταν σιωπηλός σε μια γωνιά και τώρα σηκώθηκε να φύγει από το τραπέζι. Πήρε το μπαστούνι του, έβαλε ένα μαύρο πλεκτό τρικό με μεγάλα μαύρα κουμπιά και προχώρησε προς τον κήπο.

Έπειτα από λίγο σηκώθηκε και ο Μιχάλης από την καρέκλα σχεδόν αθόρυβα, κανείς δεν του έδωσε σημασία. Βγήκε και αυτός έξω στον κήπο, ήθελε να πάρει καθαρό αέρα. Κάτι άκουσε, κοίταξε πίσω του. Ανάμεσα στις λεμονιές είδε μια φιγούρα. Ο Μιχάλης προχώρησε προς αυτή, ήταν ο παππούς του.

«Σου αρέσει εδώ;» τον ρώτησε ο παππούς.

«Είναι ήσυχα».

«Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι τάβλι;».

Ο Μιχάλης χαμογέλασε, ο παππούς του μπορούσε να ζήσει χωρίς φαί, μπορούσε να ζήσει χωρίς νερό, δεν μπορούσε χωρίς το τάβλι του.

Άνοιξαν το τάβλι, έστησαν τις πέτρες και άρχισαν να παίζουν. Δεν μιλούσαν, μόνο κοίταζαν ο ένας τον άλλο με νόημα όταν τα ζάρια αποφάσιζαν να φέρουν διπλές.

Ξεχάστηκαν, η ώρα πέρασε. Ο θείος που δεν μιλούσε βρήκε για λίγο την λαλιά του.

«Έλα, φεύγουμε» είπε στον παππού.

«Μια τελευταία ζαριά, μια διπλή και κερδίζω το παιχνίδι» του είπε. Ανακάτεψε τα ζάρια για μερικά δευτερόλεπτα και τα έριξε. Αυτά αναπήδησαν μερικές φορές. Τέσσερα τρία.

«Κέρδισες, μακάρι να κερδίζεις πάντα» είπε στον Μιχάλη χαμογελώντας.

Ο παππούς έφυγε μαζί με τον θείο. Ο Μιχάλης ήταν χαρούμενος που πέρασε λίγη ώρα με τον παππού του. Θα ήθελε περισσότερη αλλά δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να περιμένει μέχρι την επόμενη Κυριακή που θα ερχόταν μαζί με τον θείο, την θεία και τα ξαδέρφια.

Το βράδυ η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο του, τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της.

«Πέθανε ο παππούς» του είπε.

O Μιχάλης δεν μίλησε. Μόνο σηκώθηκε και προχώρησε προς την μάνα του, την αγκάλιασε σφικτά. Προσπάθησε να μην κλάψει μπροστά της, ήθελε να φανεί δυνατός, να την στηρίξει. Δεν τα κατάφερε, τα δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. Άφησε την μάνα του και βγήκε έξω, το κρύο ήταν ανυπόφορο. Δεν τον ένοιαζε. Κάθισε εκεί για λίγη ώρα ακόμα, κάτω από τις λεμονιές. Ο παππούς έλειπε, άνοιξε το τάβλι. Έριξε τα ζάρια. Τέσσερα τρία.

Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε το σχόλιο στο facebook.

«Είναι η ζαριά του νικητή» απάντησε στην Στέλλα.